Ιδρυτής
Ιδρυτής του Μουσείου ήταν ο Λάμπρος Ι. Ευταξίας. Το Μουσείο ιδρύθηκε το 1973 και άνοιξε τις πύλες του στο κοινό το 1980.
Ο Λάμπρος Ευταξίας ήταν πολιτικός, συλλέκτης έργων τέχνης και ευεργέτης. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 1905 και ήταν δευτερότοκος γιος του Ιωάννη Ευταξία, καθηγητή πανεπιστημίου Αθηνών και διοικητή της Εθνικής Τράπεζας, και της Ζηνοβίας Βούρου. Από την πλευρά του πατέρα του καταγόταν από παλιά πολιτική οικογένεια της Αμφίκλειας Φθιώτιδας και ήταν ανιψιός του πρωθυπουργού Αθανασίου Ευταξία ενώ από την πλευρά της μητέρας του προερχόταν από εύπορη οικογένεια της Χίου. Παππούς του ήταν ο κτηματίας Κωνσταντίνος Βούρος και θείος του ο ναύαρχος Σοφοκλής Δούσμανης. Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στο Εθνικό και Καποδιστριακό πανεπιστήμιο Αθηνών και συμπλήρωσε τις σπουδές του στα πανεπιστήμια του Παρισίου, της Βιέννης και της Λειψίας, από το πανεπιστήμιο της οποίας αναγορεύθηκε διδάκτωρ. Μετά το πέρας των σπουδών του επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου και υπηρέτησε την στρατιωτική του θητεία. Ήταν εισοδηματίας καθώς είχε κληρονομήσει ακίνητα και μετρητά από τον θείο του, διπλωμάτη Αλέξανδρο Βούρο (1871 – 1959). Υπήρξε δεινός ορειβάτης διατελώντας πρόεδρος του Ορειβατικού Συλλόγου, με δωρεά του οποίου κατασκευάστηκε το καταφύγιο της Πάρνηθας. Απεβίωσε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 1996 από εγκεφαλική αιμορραγία.
Είχε τιμηθεί με πλείστα βραβεία μεταξύ των οποίων με τα παράσημα του Ταξιάρχου του Τάγματος του Γεωργίου Α΄ και με τον Ανώτερο Ταξιάρχη του Φοίνικος, με τον Μεγαλόσταυρο του γερμανικού κράτους κ.ά. [πηγή]
Η ομηρεία του Λάμπρου Ευταξία – Μια άγνωστη ιστορία
Στις 16 Απριλίου 1936, ο Λάμπρος Ευταξίας, τότε βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος, βρίσκεται αιχμάλωτος ενός ισοβίτη στις φυλακές Συγγρού. Η ιστορία μας διαδραματίζεται την εποχή του Ιωάννη Μεταξά, όταν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, όπως θα δούμε στη συνέχεια, ένας βουλευτής πέφτει όμηρος στα χέρια του ισοβίτη δολοφόνου Παναγιώτη Μαρίνου μέσα στην φυλακή. Η υπόθεση καλύφθηκε ευρέως από τον Τύπο της εποχής και αποτέλεσε θέμα συζήτησης για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Ο δράστης ήταν δασοφύλακας στην Κηφισιά και, όπως φαίνεται, εκβίαζε χωρικούς της περιοχής ευθύνης του. Μετά από σχετικές καταγγελίες, το Υπουργείο Γεωργίας διέταξε ανακρίσεις. Τις ανακρίσεις ανέλαβε ο επιθεωρητής του υπουργείου Οικονόμος ο οποίος απαγόρευσε στον Μαρίνο να είναι παρών. Κατά τη διάρκεια τους, συνάδελφοι του δήλωσαν ότι “είχε γίνει ο τρόμος των ποιμένων, της οικογένειάς του και όλων. Δεν είχε κανένα ευγενές ελατήριο. Υπό το πρόσχημα ότι ήταν αυστηρός στην υπηρεσία, εξεβίαζε τους υλοτόμους και τους ποιμένες και τους έπαιρνε χρήματα, έκανε δε συγχρόνως τον παλληκαρά και εγύριζε ένοπλος, απειλών τους πάντες και τα πάντα”. Ο Μαρίνος, θυμωμένος από τη διαδικασία, απείλησε με περίστροφο τον Οικονόμου. Σαν αποτέλεσμα αυτής της ενέργειάς του, απολύθηκε από το υπουργείο και προφυλακίστηκε, κατόπιν μηνύσεως του Οικονόμου, για απόπειρα δολοφονίας.
Λίγο καιρό μετά, όταν ο Μαρίνος αποφυλακίστηκε με εγγύηση, προσπάθησε να διαψεύσει το δυσμενές γι’ αυτόν πόρισμα του Οικονόμου επικοινωνώντας με τους Μαρκόπουλο (διευθυντή της δασονομικής υπηρεσίας) και Δαβερώνη (γενικό επιθεωρητή της δασονομικής υπηρεσίας), αλλά αυτοί απέρριψαν τους ισχυρισμούς του. Οργισμένος, πήγε στο οπλοπωλείο του Μπούσουλα όπου αγόρασε ένα περίστροφο και 50 σφαίρες. Περίμενε έξω από το υπουργείο και μόλις είδε τους Μαρκόπουλο και Δαβερώνη, τους πυροβόλησε. Ο Μαρκόπουλος ξεψύχησε ακαριαία, καθώς ο δράστης τον πυροβόλησε σχεδόν εξ’ επαφής στο κεφάλι. Ο Δαβερώνης ξεψύχησε λίγο μετά, κατά τη μεταφορά του στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών.
Αμέσως μετά τη πράξη του, ο δράστης άρχισε να τρέχει για να ξεφύγει αλλά άρχισαν να τον καταδιώκουν οι περαστικοί καθώς και κάποιοι αστυφύλακες που βρίσκονταν εκεί κοντά. Κατευθύνθηκε προς το Ζάππειο και συνελήφθη τελικά από τον αστυφύλακα Γκανά, μπροστά από το άγαλμα του Δισκοβόλου. Λίγο πριν την σύλληψη του, ο δράστης προσπάθησε να πυροβολήσει και τον αστυφύλακα μα εκείνος πρόλαβε να τον ακινητοποιήσει και να τον συλλάβει.
Μετά την δίκη του, ο Μαρίνος καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη. Το πιστοποιητικό νευρασθένειας που προσκόμισε στο δικαστήριο ήταν η αιτία που δεν καταδικάστηκε στη ποινή του θανάτου, αλλά του δόθηκε το ελαφρυντικό της σύγχυσης λόγω νευρασθένειας.
Αρχικά φυλακίστηκε στην Αίγινα. Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του, αγωνίστηκε να «βρει το δίκιο του» και να μετριαστεί η ποινή του. Μάλιστα, το 1934, έγραψε και εξέδωσε το βιβλίο “Το έγκλημα του δημοσίου υπαλλήλου”, που αναφερόταν λεπτομερώς σε όλα τα περιστατικά. Υπέβαλε συχνά αιτήσεις μετριασμού της ποινής του αλλά όλες απορρίφθηκαν. Στη συνέχεια, τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένεια του, προσπάθησαν να προσελκύσουν την συμπάθεια βουλευτών. Τελικά, κατάφερε να τραβήξει την προσοχή του Λάμπρου Ευταξία, τότε βουλευτή Φθιωτιδοφωκίδας, ανιψιού του πρώην πρωθυπουργού Αθανάσιου Ευταξία και γιού του πρώην διοικητή της Εθνικής τράπεζας Ιωάννη Ευταξία.
Χάρις στις ενέργειες του Ευταξία, μεταφέρθηκε από τις φυλακές της Αίγινας στις φυλακές Συγγρού και ανέλαβε θέση γραμματέως των φυλακών. Για το λόγο αυτό, είχε το προνόμιο να περνά τις περισσότερες ώρες της μέρας σε ένα άνετο γραφείο δίπλα στο γραφείο του διευθυντή των φυλακών. Επίσης, ο Ευταξίας μερίμνησε ώστε να έχει οικονομική στήριξη καθώς και να υποβάλλει νέα αίτηση μετριασμού της ποινής του.
Στις 16 Απριλίου 1936 ο Ευταξίας έλαβε ένα γράμμα από τον Μαρίνο που τον παρακαλούσε να μεταβεί στις φυλακές για να μιλήσουν. Έτσι, την επόμενη ημέρα, γύρω στη 1:00 το μεσημέρι, υπό τη συνοδεία του αδερφού του δράστη, ο Ευταξίας πήγε στις φυλακές και μπήκε στο κελί του Μαρίνου για να μιλήσουν. Ύστερα από μερικά λεπτά, οι φύλακες άκουσαν την πόρτα του κελιού να κλείνει δυνατά και τον Ευταξία να φωνάζει «Βοήθεια!».
Ο Μαρίνος είχε κλείσει τη πόρτα, είχε βάλει πίσω της όσα έπιπλα υπήρχαν στο γραφείο και απειλούσε να σκοτώσει τον βουλευτή με ένα περίστροφο. Για να απελευθερώσει τον βουλευτή, μέσω σημειώματος που έριξε κάτω από τη πόρτα, ζητούσε:
α. να του δώσουν μέχρι τις 5:00 το πρωί της επομένης το πρωτότυπο του βασιλικού διατάγματος απονομής χάριτος τόσο για τα εγκλήματά που έχει ήδη κάνει όσο και γι’ αυτά που διέπραττε εκείνη την στιγμή
β. να του δοθεί το φύλλο της Εφημερίδας της Κυβέρνησης στο οποίο δημοσιεύεται το παραπάνω διάταγμα
γ. να του δοθεί αντίγραφο διαταγής προς την διεύθυνση των φυλακών περί απολύσεώς του.
Γύρω στις 3:00 το μεσημέρι είχε ενημερωθεί ο πρωθυπουργός Μεταξάς, το υπουργείο Δικαιοσύνης, η Αστυνομία, ο Εισαγγελέας και άρχισαν οι συσκέψεις για το πώς θα ελευθερωθεί ο όμηρος. Ο ναύαρχος Σοφοκλής Δουσμάνης (θείος του Ευταξία) επέμενε να αποδοθεί χάρη στο Μαρίνο, ώστε να μην κινδυνέψει ούτε κατ’ ελάχιστο η ζωή του ανιψιού του, αλλά κάτι τέτοιο αποκλείστηκε από την αρχή από τον Μεταξά. Τελικά, ο προσωπάρχης του υπουργείου Στρατιωτικών και δεινός σκοπευτής, συνταγματάρχης Γερολυμάτος, ανέλαβε να τερματίσει την ομηρία.
Συγκεκριμένα, η εντολή του Μεταξά ήταν: “Κύριε Γερολυμάτε καθίστασθε υπεύθυνος να μη καταρρακωθεί η έννοια του Κράτους. Ενεργήσατε όπως θέλετε, αλλά θέλω νεκρό τον κακούργο και ζώντα τον βουλευτή.”
Η πρώτη σκέψη ήταν να σκοτώσουν το Μαρίνο με το πολυβόλο της φυλακής. Το πολυβόλο μετακινήθηκε κοντά στο παράθυρο του κελιού, αλλά δεν υπήρχε η απαιτούμενη ορατότητα για να βληθεί μόνο ο Μαρίνος και όχι ο Ευταξίας.
Η δεύτερη σκέψη ήταν να δηλητηριάσουν τον Μαρίνο με το μεσημεριανό φαγητό. Επιστρατεύτηκε ο καθηγητής ιατρικής Ιωακείμογλου, αλλά ο Μαρίνος δεν ήθελε να φάει. Όταν αργότερα ζήτησε καφέ, του τον προσέφεραν έχοντας ρίξει μέσα μικρή ποσότητα σκοπολαμίνης (ελαφρύ αναισθητικό). Παρόλο που καφέ ήπιαν και οι δύο άνδρες, ο Μαρίνος δεν επηρεάστηκε ενώ ο Ευταξίας έδειξε σημάδια νύστας. Τελικά, αποφασίστηκε να τηρηθεί στάση αναμονής μέχρι η κούραση να καταβάλει τον δράστη.
Καταλυτική σημασία στην έκβαση της υπόθεσης είχε το γεγονός ότι στο δωμάτιο όπου εξελίσσονταν τα γεγονότα είχε καεί η λάμπα. Καθώς το σκοτάδι έπεφτε, οι Μαρίνος και Ευταξίας δεν ήταν ορατοί από έξω. Για το λόγο αυτό, οι φύλακες έδωσαν στον Μαρίνο μια λάμπα και αυτός την τοποθέτησε στη θέση της καμμένης. Με την ενέργεια αυτή οι δύο άνδρες έγιναν ορατοί από έξω, κάτι το οποίο θα αξιοποιούσαν αργότερα οι αρχές.
Κατά τη διάρκεια της νύχτας, έγιναν προσπάθειες να πεισθεί ο δράστης να παραδοθεί, υπό την υπόσχεση απονομής χάριτος. Αξίζει να σημειωθεί ότι, παρόλο που η υπόσχεση δόθηκε από τον γενικό διευθυντή των φυλακών του Κράτους (Παπαευσταθίου), τον υφυπουργό Οικονομικών (Βαλαωρίτη), τον διευθυντή των φυλακών Συγγρού και συντοπίτη του δράστη (Κρίτσα), τους υπαρχιφύλακες και τους δεσμοφύλακες, ο Μαρίνος δεν «ενέδωσε». Επέμεινε στα αιτήματά του και ζήτησε επιπλέον να πάνε τον αδερφό του στον Βασιλιά προκειμένου να του υποσχεθεί στο λόγο της τιμής του, ότι δεν θα ανακαλούσε την απονομή χάριτος!
Κατά τις 3:00 το πρωί ελήφθη η απόφαση να δοθεί τέλος στην υπόθεση. Εν τω μεταξύ, ο Ευάγγελος Δενδρινός, προσωπικός σωματοφύλακας του Μεταξά και θεωρούμενος ο καλύτερος σκοπευτής στην Ελλάδα, είχε ήδη φτάσει στη φυλακή. Τον συνόδευαν τέσσερις αστυνομικοί (Λαμπρινόπουλος, Αρχιμανδρίτης, Μπαϊλάκης και Φαράκλας), όλοι δεινοί σκοπευτές. Νωρίτερα, κατά τη διάρκεια συζητήσεων μεταξύ του Μαρίνου και των σωφρονιστικών υπαλλήλων, ο Ευταξίας είχε ενημερωθεί για το σχέδιο επέμβασης. Πήρε μια κουβέρτα, έγειρε στο γραφείο και προσποιήθηκε ότι κοιμόταν. Οι αστυνομικοί έλαβαν θέση πίσω από τη πόρτα του γραφείου ενώ ο Κρίτσας, που είχε μεταβεί σε κελί απέναντι από το γραφείο για να έχει καλή οπτική γωνία, θα έκανε την κατάλληλη στιγμή σήμα με ένα μαντήλι ώστε οι αστυνομικοί να εισβάλλουν και να εξουδετερώσουν τον δράστη.
Κάποια στιγμή, ο Μαρίνος κοντοστάθηκε μπροστά από το παράθυρο, δίνοντας στις αρχές την ευκαιρία που αναζητούσαν. Ο Κρίτσας έδωσε το σινιάλο, οι αστυνομικοί σηκώθηκαν και πυροβόλησαν τον ισοβίτη ενώ ο Δενδρινός ανέβηκε στο περβάζι του παραθύρου και έβαλε κατά του δράστη. Στη συνέχεια οι αστυνομικοί έσπασαν την πόρτα και εισέβαλαν στο γραφείο, συνεχίζοντας να πυροβολούν. Ο Μαρίνος, πριν πέσει νεκρός, πρόλαβε να πυροβολήσει δυο φορές κατά των αστυνομικών και μια κατά του Ευταξία, τραυματίζοντας τον λίγο πάνω από το δεξί αυτί χωρίς όμως να τον βλάψει περαιτέρω (νοσηλεύτηκε για τρεις ημέρες στον Ευαγγελισμό, χωρίς περεταίρω επιπλοκές).
Η μετέπειτα έρευνα αποκάλυψε 23 σφαίρες μέσα στο δωμάτιο και 6 στο σώμα του Μαρίνου. Από τις ανακρίσεις προέκυψε ότι ο αδελφός του δράστη, Χριστόφορος Μαρίνος, κατάφερε να βάλει το όπλο μέσα στις φυλακές κρύβοντας το σε πολυτελή χαρτοφύλακα ισχυριζόμενος ότι ανήκε στον βουλευτή, παραπλανώντας έτσι τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι τελευταίοι, αναγνωρίζοντας τον βουλευτή Ευταξία, όχι μόνο δεν προέβησαν σε έλεγχο του αλλά δεν του απαγόρεψαν καν την είσοδο εκτός ωρών επισκεπτηρίου. Για τις παραβλέψεις τους αυτές, οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι απολύθηκαν. Μάλιστα, η απόδοση ευθυνών δεν περιορίστηκε σε αυτούς! Ο διευθυντής των φυλακών κρίθηκε ένοχος για τα προνόμια που είχε παραχωρήσει στον Μαρίνο και επίσης απολύθηκε. Αργότερα, ο Μεταξάς παρασημοφόρησε τον Δενδρινό με το παράσημο του Αργυρού Σταυρού του Φοίνικος.